διαλυτικά

διαλυτικός
able to sever
neut nom/voc/acc pl
διαλυτικά̱ , διαλυτικός
able to sever
fem nom/voc/acc dual
διαλυτικά̱ , διαλυτικός
able to sever
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μονοτονικό — Όπως είναι γνωστό, η ελληνική πολιτεία καθιέρωσε το 1982 στη γραφή της νέας ελληνική γλώσσας το μονοτονικό σύστημα, τη χρήση δηλαδή μόνο της οξείας ως συμβόλου που υποδεικνύει τη συλλαβή που τονίζεται. Η απόφαση αυτή στηρίζεται στην ιστορία της… …   Dictionary of Greek

  • διαλυτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει ικανότητα να διαλύει και μτφ. να καταστρέφει: Οι αιρέσεις δημιουργούνται από τα διαλυτικά στοιχεία των θρησκειών. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., διαλυτικά ορθογραφικό σημάδι από δύο τελείες (··), για να χωρίζονται… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Greek diacritics — Polytonic redirects here. For the musical term, see polytonality. Greek alphabet Αα Alpha Νν Nu …   Wikipedia

  • δίστιγμα — το γραμμ. τα διαλυτικά*. [ΕΤΥΜΟΛ. < δι * + στίγμα. Η λ. μαρτυρείται από το 1834 στον Γεώργιο Θεοχαρόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • δίφθογγος — Ομάδα δύο φωνηέντων που ανήκουν στην ίδια συλλαβή. Στην ιστορία των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών οι δ. δεν παρουσιάζουν σταθερότητα· υπόκεινται σε ισχυρές και περιοδικές τάσεις προς σύμπτυξη ή μονοφθογγοποίηση: η σύμπτυξη συνίσταται στην εξαφάνιση του… …   Dictionary of Greek

  • διαιρετικός — ή, ό αυτός που είναι κατάλληλος ή ικανός να διαιρεί, να χωρίζει αρχ. 1. ο πρόσφορος για χωρισμό 2. αυτός που προφέρει αναλυτικά τις διφθόγγους 3. (ρητ.) μεριστικός 4. (λογ.) προερχόμενος από διαίρεση 5. το θηλ. ως ουσ. η διαιρετική κλάδος τής… …   Dictionary of Greek

  • διαλυτικός — ή, ό (AM διαλυτικός, ή, όν) 1. ο ειδικευμένος στη διάλυση 2. ο αναφερόμενος στη διάλυση προγενέστερης σύμβασης ή συμφωνίας 3. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα διαλυτικά οι δύο οριζόντιες στιγμές (··) που μπαίνουν πάνω στα ελληνικά φωνήεντα ι, υ… …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

  • ακρυλικό οξύ — Ακόρεστο οργανικό οξύ με τύπο CH2=CHCOOH. Αποτελεί το πρώτο μέλος της σειράς των μονοκαρβονικών οξέων με ανοιχτή αλυσίδα και έναν διπλό δεσμό. Είναι υγρό άχρωμο, με έντονη ερεθιστική οσμή. Έχει σημείο ζέσης 141°C και διαλύεται εύκολα στο νερό, το …   Dictionary of Greek

  • αποσμητικά — Ουσίες που έχουν την ιδιότητα να απομακρύνουν, να βελτιώνουν ή, το λιγότερο, να μειώνουν την ένταση μιας οσμής, ιδιαίτερα έντονης ή δυσάρεστης. Είναι γνωστοί διάφοροι τύποι α. με ποικίλους μηχανισμούς. Το α. μπορεί πράγματι να προκαλέσει σωστή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.